ετερομήκης

ετερομήκης
ης, ες
1) разный по длине, разной длины или другой длины;

ετερομήκες τετράπλευρον — разносторонний прямоугольник;

2) мат. являющийся произведением двух чисел, одно из которых на единицу больше другого (напр. 3X4)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ετερομήκης" в других словарях:

  • ἑτερομήκης — with sides of uneven length masc/fem acc pl (attic epic doric) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερομήκης — όμηκες (Α ἑτερομήκης, όμηκες) αυτός που δεν έχει ίσο μήκος σε όλες τις διαστάσεις του, ο ανισομήκης, ο ανισόπλευρος («ετερόμηκες τετράπλευρο» ορθογώνιο, όχι όμως τετράγωνο) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο ετερομήκης (ενν. αριθμός) ο αριθμός, γινόμενο… …   Dictionary of Greek

  • ἑτερομήκει — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut dat sg ἑτερομήκεϊ , ἑτερομήκης with sides of uneven length dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκη — ἑτερομήκης with sides of uneven length neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκεις — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem acc pl ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομηκῶν — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκεσι — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκεσιν — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκους — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφιμήκης — ἀμφιμήκης, ες (ΑΜ) 1. άρτιος, ζυγός (αριθμός) 2. ισόμετρος κατά τα άκρα, αντίθ. ἐτερομήκης (για σχήματα). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + μήκης < μῆκος (πρβλ. ἐπιμήκης, εὐμήκης, ἰσομήκης, ὑπερμήκης κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»